|
||||||||||||||||||||
|
||||||||||||||||||||
Συνέντευξη του Δημήτρη Λιθοξόου* (Σκόπια, 20/5/2005)
Τι σας παρακίνησε, τι σας ενέπνευσε να καταπιαστείτε με την έρευνα μιας περιόδου γνωστής σαν ελληνικός αγώνας για τη Μακεδονία;
Εσείς κατά την ανάλυση των ντοκουμέντων καταλήξατε στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική πολιτική εκείνης της εποχής είχε σαν σκοπό να διαστρεβλώσει τον χαρακτήρα της επανάστασης του Ίλιντεν, να το εμφανίσει σαν Βουλγαρικό πολιτικό παιχνίδι και ότι δεν είχε μαζικό χαρακτήρα, δηλαδή ότι δεν είχε ευρύτερη αποδοχή. Μήπως ο σκοπός αυτών των θέσεων ήταν να κρύψει το γεγονός ότι οι επαναστάτες ήταν Μακεδόνες και ότι είχαν Μακεδονική εθνική συνείδηση; Την εποχή εκείνη, η ηγεσία του ελληνικού κράτους, θεωρούσε ότι σε ενδεχόμενη μελλοντική διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο σλαβόφωνος πληθυσμός θα επιθυμούσε την ένταξη του στη Βουλγαρία. Οι επιτυχίες εξάλλου της βουλγαρικής Εξαρχίας ήταν ήδη πολύ σημαντικές. Θεώρησε λοιπόν το Ίλιντεν ως βουλγαρικό κίνημα. Από το 1904 και μετά, όταν οι ελληνικές ένοπλες ομάδες άρχισαν να έρχονται σε άμεση επαφή με το μακεδονικό πληθυσμό (για να τον τρομοκρατήσουν), κατάλαβαν στην αρχή οι έλληνες αξιωματικοί και στη συνέχεια τα στελέχη του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, ότι εκτός από το βουλγαρικό κόμμα, στη Μακεδονία αναπτυσσόταν ένα κίνημα με σύνθημα “η Μακεδονία στους Μακεδόνες”. Η ελληνική κρατική πολιτική στις αρχές του 20 αιώνα είχε καλά προετοιμαστεί να αντιμετωπίσει την νέα Βαλκανική ανακατάταξη. Την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την υποδέχτηκε προετοιμασμένη. Πρέπει να το αναγνωρίσουμε ότι στρατηγικά έπαιξε πολύ καλά. Και είναι πολύ ενδιαφέρον γιατί επέλεξε για αυτό το σκοπό ανθρώπους από την Κρήτη; Η αλήθεια είναι ότι την περίοδο του ελληνικού αντιμακεδονικού αγώνα (1903 – 1908), παρά την επιθετική πολιτική του απέναντι στο μακεδονικό πληθυσμό, με την αποστολή των μισθοφορικών συμμοριών, το ελληνικό κράτος ήταν στρατιωτικά ανέτοιμο να αναμετρηθεί με την οθωμανική αυτοκρατορία και γι αυτό δεν επιθυμούσε καμιά αλλαγή συνόρων, γεγονός που θα απέβαινε εις βάρος των επιδιώξεών του. Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1909, οι έλληνες αξιωματικοί κάλεσαν τον ηγέτη του ελληνικού εθνικισμού στην Κρήτη, Ελευθέριο Βενιζέλο, και τον ανέδειξαν σε πολιτικό αρχηγό τους. Ο Βενιζέλος είναι εκείνος που έθεσε τους στόχους της ελληνικής επεκτατικής πολιτικής και οργάνωσε στρατιωτικά και διοικητικά το ελληνικό κράτος για επεκτατικό πόλεμο στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία. Δίπλα στους Κρητικούς, στον αντιμακεδονικό αγώνα ήταν ενταγμένα και κακοποιά στοιχεία πληρωμένοι εγκληματίες, διωγμένοι από το κομιτάτο του ΒΜΡΟ όπως είναι ο Βαγγέλης και ο Κότας. Αυτοί, την συμμετοχή τους στον αγώνα τον δικαιολογούνε σαν αγώνα κατά του προσηλυτισμού; Στον αγώνα του Πατριαρχείου κατά της Εξαρχίας; Σε αυτή τη λογική τους ονομάζεται απλά συμμορίτες; Η σύγκρουση στη Μακεδονία, ήταν χρυσή ευκαιρία για πολλούς ληστές, ανεξαρτήτως μητρικής γλώσσας, να προσφέρουν τις υπηρεσίες στην ελληνική πλευρά που βρισκόταν και στην πιο δύσκολη θέση. Οι έλληνες αξιωματικοί αγνοούσαν τον τόπο, δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν με τους ντόπιους, ήταν σαν το ψάρι έξω από το νερό. Ήταν οι μόνοι που είχαν ανάγκη από μισθοφόρους και γι αυτό πλήρωναν καλά. Οι μη ληστές ντόπιοι Μακεδόνες που εντάχθηκαν ως μισθοφόροι (οπλίτες, αγγελιοφόροι ή πράκτορες) στις ελληνικές συμμορίες, νομίζω πως “πούλησαν την ψυχή τους στο διάολο”. Για τη δική σας επίσημη ιστορία οι Μακεδονομάχοι έγραψαν μια από τις ποιο ένδοξες σελίδες της Ελληνικής ιστορίας. Κατά τη δική σας εκτίμηση εκείνοι δεν είναι τίποτα περισσότερο από κοινούς συμμορίτες και φονιάδες. Μήπως όμως και σήμερα ακόμη αυτοί στις ιστορικές μνήμες αναφέρονται ως ρομαντικοί ήρωες; Για δέκα εκατομμύρια Έλληνες, όλοι αυτοί είναι ήρωες που αγωνίστηκαν αφιλοκερδώς για να ελευθερώσουν τους έλληνες κάτοικους της Μακεδονίας από την τουρκική σκλαβιά και να εμποδίσουν μια δεύτερη χειρότερη βουλγάρικη. Το βιβλίο μου, το έχει πνίξει στην Ελλάδα μια συνωμοσία σιωπής. Αυτή η συνωμοσία σιωπής έχει πνίξει και κάποια άλλα έργα των ελάχιστων φιλομειονοτικών συγγραφέων, όπως έχει πνίξει και κάθε είδηση για τα αιτήματα ή τη δράση των πολιτικών κινήσεων των εθνικών και των γλωσσικών μειονοτήτων στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι που γνωρίζουν ή θέλουν να μάθουν κάτι περισσότερο από τον ελληνικό εθνικό μύθο, είναι στην Ελλάδα από ελάχιστοι έως λίγοι. Έχω την εντύπωση ότι η Ελληνική εκκλησία, ο υψηλός της κλήρος ιστορικά ήταν στενά συνδεδεμένος με τις στρατιωτικές δυνάμεις. Ο Καραβαγγέλης στηριζόταν στους αξιωματικούς και ζητούσε στρατιωτική δύναμη για να σωφρονίσει τους εξαρχικούς και να γυρίσουν στην Κανονική πειθαρχεία και στο Πατριαρχείο. Και σήμερα κάποιοι μεγαλοσχήμονες της εκκλησίας διαδηλώνουν με μαχητικότητα και φανατισμό. Μήπως εδώ έχουμε να κάνουμε με παράδοση, ιδιαιτερότητα ή συμφέρον; Το ελληνόφωνο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, είχε εχθρό στη Μακεδονία εκείνη την περίοδο, τη βουλγαρική Εξαρχία. Αυτή ήταν που σταδιακά αποκτούσε οικονομική και ιδεολογική δύναμη εις βάρος του. Η συμμαχία του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και της ελληνικής κυβέρνησης βασιζόταν στην ύπαρξη του κοινού βούλγαρου εχθρού. Αυτή η συμμαχία ήταν τακτική και όχι στρατηγική. Η επέκταση του ελληνικού κράτους εις βάρος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, μετέφερε ταυτόχρονα ορθόδοξους πληθυσμούς που βρίσκονται υπό την εξουσία του πατριαρχείου στην εξουσία της ελληνικής εθνικής εκκλησίας. Το πατριαρχείο υπήρξε ιστορικά ένα από μεγάλα θύματα του ελληνικού εθνικισμού, καθώς τελικά βρέθηκε με ένα ποίμνιο λίγων χιλιάδων ανθρώπων στην Κωνσταντινούπολη. Μπορείτε προς χάρη των αναγνωστών μας να μας αποκαλύψετε τη περιέχει το περίφημο ημερολόγιο του Τσόντου – Βάρδα για το οποίο λέτε ότι η Ελληνική πολιτική με μεγάλο ζήλο το κρύβει για είναι επιζήμιο. Το ημερολόγιο του Τσόντου – Βάρδα, μετά την ανακοίνωση στον επίλογο του βιβλίου μου, ότι θα χρησιμοποιηθεί ως βάση για την αφήγηση των γεγονότων της περιόδου 1906 - 1908 που θα αποτελούσαν και το δεύτερο τόμο, αποσύρθηκε από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, με την αστεία δικαιολογία ότι βράχηκε και ήθελε συντήρηση. Το σημαντικό με αυτό το ημερολόγιο, είναι ότι ο αρχηγός των ελληνικών συμμοριών περιγράφει για όλο αυτό το διάστημα και σε καθημερινή βάση, ό,τι συνέβαινε στην ομάδα του και στις ομάδες που βρισκόντουσαν κάτω από τη διοίκησή του. Έτσι ο ελληνικός αντιμακεδονικός αγώνας, μέσα από τη σχολαστικότητα των σημειώσεων ενός στρατιωτικού, που έδινε μεγάλη σημασία στην καταγραφή κάθε λεπτομέρειας, ξετυλίγεται σαν μυθιστόρημα. Το ευτύχημα είναι ότι το ντοκουμέντο αυτό είχε φωτοτυπηθεί και εκδόθηκε ολόκληρο πριν από λίγους μήνες, σε ένα πολυσέλιδο τρίτομο έργο, από το Γιώργο Πετσίβα, του ίδιου ανθρώπου που εξέδωσε στα ελληνικά τη μετάφραση του βιβλίου του Κρίστε Μισίρκωφ, “Μακεδονικές Υποθέσεις”. Ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου σας είναι οι υποσημειώσεις όπου περιγράφετε λεπτομέρειες από την απογραφή του πληθυσμού των Μακεδονικών χωριών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σημείο διαπίστωσης της υπαγωγής Εξαρχία- Πατριαρχείο, όπου οικογένειες εξαρχικών εκλαμβάνονται ως εχθροί του Ελληνικού αγώνα. Σε αυτή τη λογική μπορείτε να μας εξηγήσετε τη εννοεί η Ελληνική πολιτικοί όταν αναφέρεται στους Μακεδόνες, ονομάζοντάς τους σλαβόφωνους ή ντόπιο πληθυσμό; Στην Ελλάδα υπάρχει μία συντριπτικά κυρίαρχη άποψη, η οποία αποτελεί και τμήμα του ελληνικού εθνικού μύθου. Σύμφωνα με αυτή στην Ελλάδα δεν υπάρχουν εθνικές αλλά ούτε και γλωσσικές – πολιτιστικές μειονότητες. Το πολύ – πολύ που μπορεί να αντέξει ο ελληνικός εθνικισμός, είναι πως κάποιοι ελληνικοί πληθυσμοί μέσα στη διάρκεια των αιώνων, έχασαν προσωρινά τη γλώσσα τους ή αναγκάστηκαν να μάθουν και μια άλλη ξένη γλώσσα. Πρόκειται για κάποια δίγλωσσα υπολείμματα ελληνικών πληθυσμών που πρέπει το γρηγορότερο να μιλούν μόνο ελληνικά. Αυτή είναι μια πολιτική που οι ρίζες της βρίσκονται στα μέσα του 19ου αιώνα. Από τότε ξεκίνησε και ο αγώνας εξελληνισμού κάθε αλλόφωνου. Έτσι οι Τούρκοι ονομάζονται επισήμως έλληνες μουσουλμάνοι και οι Μακεδόνες ντόπιοι δίγλωσσοι. Για την Ελλάδα δεν υπάρχει μακεδονική και τουρκική εθνική μειονότητα. Αν η επίσημη Αθήνα στις αρχές του 20 αιώνα είχε συνειδητοποιήσει ότι τον αγώνα της για τη Μακεδονία θα πρέπει να τον κάνει χωρίς τη βοήθεια του Μακεδονικού λαού, τότε στον σημερινό της αγώνα για το όνομα διαφαίνεται η πρόθεση να κρύψει το ιστορικό γεγονός ότι προσάρτησε εδάφη με πόλεμο τα οποία δεν ήταν δικά της. Για αυτό σήμερα η Ελλάδα διαφωνεί για το όνομα Μακεδονία; Όταν ο ελληνικός στρατός κατέλαβε τη Μακεδονία, το ελληνικό κράτος αντιμετώπισε ένα τεράστιο πρόβλημα. Οι χριστιανοί Έλληνες της Μακεδονίας αποτελούσαν το ένα τέταρτο περίπου του πληθυσμού, το οποίο ήταν μάλιστα συγκεντρωμένο στα νότια διαμερίσματα. Στη νότια Ελλάδα αυτό ποτέ δεν έγινε γνωστό, αλλά η ελληνική διοίκηση των νέων βόρειων επαρχιών, αντί για απελευθερωμένους Έλληνες είχε υπό την εξουσία της πληθυσμούς που μιλούσαν στην πλειοψηφία τους μη ελληνικά, αλλά μακεδόνικα και τούρκικα και δευτερευόντως βλάχικα, εβραίικα, τσιγγάνικα και αλβανικά. * Ο Δημήτρης Λιθοξόου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1954, από μητέρα Αρβανίτισα και πατέρα πρόσφυγα Ρωμιό από την Ανατολική Θράκη. Υπήρξε μέλος συντακτικής επιτροπής στα περιοδικά Τετράδια Πολιτικού Διάλογου Έρευνας και Κριτικής (1982 – 1989), Επιστημονική Σκέψη (1989 – 1990), ΛΕΒΙΑΘΑΝ (1989 – 1992) και ???? (1994 – 1996). Υπήρξε μέλος της Εταιρείας για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (1991 –1992) και ιδρυτικό μέλος της πολιτικής οργάνωσης των Μακεδόνων της Ελλάδας Ουράνιο Τόξο, στο κεντρικό συμβούλιο του οποίου μετέχει. Είναι παντρεμένος με δύο παιδιά και τα τελευταία χρόνια ζει στην Πελοπόννησο. Βιβλία:
|
Watch Our Streaming Video Archive
Experimental web radio of Vinozhito - Rainbow
Συμβούλιο της Ευρώπης
|
|||||||||||||||||||