Visit the FUEN Site Visit the EFA Site Political Party of the Macedonian Minority in Greece
 

 

ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ...

Του Παύλου Φιλίποβ Βοσκόπουλου

read this page in Macedonian | read this page in English

 

Το τελευταίο διάστημα αναδείχθηκε στην επικαιρότητα για μια ακόμη φορά το «μακεδονικό» με αφορμή τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ κατά την οποία ο προεδρεύων του Συμβουλίου Srdjan Kerim προσφώνησε τον κ. Branko Crvenkovski ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, τις δηλώσεις Solana περί veto και Nimietz περί Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Το «Μακεδονικό» σε επίπεδο πολιτικής επιστήμης και κοινωνικής ανθρωπολογίας είναι πάρα πολύ απλό. Το πρόβλημα προέκυψε για τους αντίπαλους εθνικισμούς στα Βαλκάνια στα τέλη του 19ου αιώνα όταν αναδείχθηκε ο μακεδονικός εθνικισμός στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας. Τότε τις τελευταίες δεκαετίες πριν την αυγή του 20ου αιώνα, πολίτες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας μίλησαν για μακεδονικό έθνος και δικαιώματα του μακεδονικού λαού θέτοντας τις βάσεις για την μελλοντική εθνική-κρατική χειραφέτηση του μακεδονικού έθνους. Αυτό συνέβη εν μέρη, μερικές δεκαετίες αργότερα με την ίδρυση της σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας το 1945 στα πλαίσια της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας και είχε ως οριστική κατάληξη την ανακήρυξη της ανεξάρτητης Δημοκρατίας της Μακεδονίας το 1991.

Η αντίδραση των άλλων βαλκανικών εθνικισμών στο νέο «μακεδονικό» εθνικό φαινόμενο είναι διαχρονική και απεικονίζεται πλήρως κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων 1912-13. Τότε οι ισχυρότεροι και πρώιμοι βαλκανικοί εθνικισμοί (ελληνικός, βουλγαρικός, σερβικός) εκμεταλλευόμενοι τη κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ακολουθώντας επεκτατική πολιτική, χαρακτηριστικό γνώρισμα κάθε εθνικισμού, ανταγωνίζονται στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας, για εθνική επιρροή και εδαφική κυριαρχία.

Η ατυχία ή και τύχη του μακεδονικού εθνικού κινήματος είναι ότι συγκροτείται μερικές δεκαετίες αργότερα σε σχέση με τους «αντίπαλους» πρώιμους εθνικισμούς των υπόλοιπων βαλκανικών λαών οι οποίοι συγκρότησαν τα εθνικά τους κράτη νωρίτερα. Ατυχία γιατί δέχτηκε τη μήνη των γειτονικών εθνικών κρατών (Σερβίας , Ελλάδος, Βουλγαρίας), και τύχη γιατί επηρεάζεται από ιδεολογίες και απόψεις «επαναστατικές» για την εποχή του, όπως ο αναρχισμός, ο σοσιαλισμός, η δημοκρατική διακυβέρνηση, σε εποχή όπου στα γειτονικά βαλκανικά έθνη-κράτη ο απολυταρχισμός και η μοναρχία αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά. Ίσως αυτός να ήταν και ο κύριος λόγος που ο μακεδονικός εθνικισμός δεν υποστηρίχθηκε από τις τότε μοναρχικές Μεγάλες Δυνάμεις, όσο υποστηρίχθηκαν οι άλλοι Βαλκανικοί εθνικισμοί στη προσπάθεια τους να συγκροτήσουν έθνη-κράτη. Αν οι ιστορικές συγκυρίες ήταν τέτοιες ώστε να ιδρυθεί ανεξάρτητο Μακεδονικό κράτος, παράλληλα με την ίδρυση των άλλων βαλκανικών εθνικών κρατών, τότε κανένας δεν θα μιλούσε σήμερα για το κοπιράιτ στο όνομα. Ίσως να μην υπήρχε καθόλου το Μακεδονικό ως πολιτικό ζήτημα.


ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗ ΥΣΤΕΡΙΑ…
 
Είναι όμως πραγματικά εκπληκτικό πως ύστερα από 15 και πλέον χρόνια η «υστερία», η «αγανάκτηση» και η «συγκίνηση» σε σχέση με το μακεδονικό στη χώρα μας δε λένε να κοπάσουν.

  Όμως πως έφτασε η ελληνική κοινή γνώμη να «συγκινείται», να «απορεί» και να «αγανακτεί» από τη συμπεριφορά των γειτόνων αλλά και της διεθνούς κοινότητας;

  Πως ορίζονται και με ποιες προϋποθέσεις τα πρότυπα και ποιες είναι οι αιτίες για τέτοιες «αυτιστικές συμπεριφορές»; Ποιος είναι αλήθεια ο ρόλος της παιδείας και των ιστορικών σε αυτήν τη διαδικασία; Μήπως η εκπαίδευση, η ενημέρωση η ιδεολογική χρήση της ιστορίας το σύστημα αξιών σε μια χώρα και μια κοινωνία, όλα τα παραπάνω μεμονωμένα ή και σε σύνολο είναι βασικές παράμετροι στο να καθορίζουν τι μας «συγκινεί-αγανακτεί-προσβάλει» και τι όχι; Στον Ιρανό πρόεδρο λόγου χάρη «προκαλεί συγκίνηση» και «αγανάκτηση» η ύπαρξη του Ισραήλ ως κράτους. Επίσης τον «συγκινεί – αγανακτεί» η χρήση της λέξης «ολοκαύτωμα» αφού κατ’ αυτόν δεν υφίστανται. Η μεγάλη πλειοψηφία του πολιτισμένου κόσμου όμως εύλογα συγκινείται – αγανακτεί και προσβάλλεται από τη στάση και θέση του Ιρανού προέδρου. Αν για παράδειγμα μας μάθαιναν από τη γέννησή μας και συνεχώς ότι το μαύρο χρώμα είναι «κακό» τότε σίγουρα «θα μας «αγανακτούσε» η εμφάνιση των νέγρων αυτή και μόνο. Είναι άραγε στη χώρα μας η ενημέρωση και η παιδεία πλουραλιστική στα λεγόμενα εθνικά ζητήματα, ώστε να μην αντιδρούμε αρνητικά και σπασμωδικά όταν δεν υπάρχει λόγος και να προσεγγίζουμε όσον το δυνατόν αντικειμενικά τα εθνικά ζητήματα;

Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ…
 
Η συναισθηματική προσέγγιση του προβλήματος συνοψίζεται συνήθως στο επιχείρημα ότι οι «Σκοπιανοί» παραχαράσσουν και οικειοποιούνται σύμβολα και προσωπικότητες της «ελληνικής μακεδονικής ταυτότητας» και πολιτισμικής κληρονομιάς. Σε αυτά τα πλαίσια είναι «προσβλητική» για τη χώρα μας η επιλογή των γειτόνων να ονομάζονται Μακεδόνες και να ονομάζουν τη χώρα τους Δημοκρατία της Μακεδονίας.  

Ας κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου θέτοντας τα παρακάτω ερωτήματα:  
 
Δεν θα ‘πρεπε να «αγανακτεί» η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα, δεν «παραχαράσσεται» η ιστορία, όταν κάποιοι «οικειοποιούνται» την έννοια «Έλληνας – ελληνικότητα» αφού είναι γνωστό και επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο, συμπεριλαμβανόμενου του ελλαδικού χώρου σήμερα, εμφανίστηκαν παρέμειναν και «μπόλιασαν» τη περιοχή τόσο πριν όσο και μετά τους αρχαίους Έλληνες πλήθος λαών και πολιτισμών όπως Ρωμαίοι, Σλάβοι, Άβαροι, Άραβες, Σταυροφόροι, Βούλγαροι, Λατίνοι, Βλάχοι, Αρβανίτες, Τούρκοι, Ρομά, Αρμένιοι κλπ. με όλους τους πιθανούς συνδυασμούς, σε επίπεδο πολιτισμού, διαχρονικά των παραπάνω; Με ποιο δικαίωμα επιλεκτικά σταματάμε την ιστορία 2.300 χρόνια πριν; Γιατί η χώρα μας να μην ακολουθήσει τη λογική του σεβασμού της «επιστημονικής αλήθειας» και να επιλέξει άλλο όνομα από το «Ελλάδα»; Με ποιο δικαίωμα επιλέγεται η συγκεκριμένη μόνον ιστορική περίοδος για την ονοματοδοσία της χώρας και η ταύτιση των σημερινών Νεοελλήνων με τους αρχαίους Έλληνες; Με ποιο δικαίωμα επίσης διεκδικούν οι Νεοέλληνες την αποκλειστική πολιτιστική κληρονομιά, αυτής συγκεκριμένα της ιστορικής περιόδου, ταυτίζοντας εαυτούς με το Σωκράτη και τον Περικλή προσφάτως δε και με τον Μέγα Αλέξανδρο;  
 
Άλλο ερώτημα που θα μπορούσε επίσης να τεθεί για το συγκεκριμένο θέμα (το Μακεδονικό) είναι, από πότε αρχίζει να μας «συγκινεί-αγανακτεί» η χρήση του όρου από άλλους; Την περίοδο 1945-1990, πολύ λίγο «συγκινούσε» τη χώρα μας και τους Έλληνες η χρήση του όρου «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Αν πάμε χρονολογικά ακόμη πιο πίσω, ορισμένες δεκαετίες, θα δούμε ότι όχι μόνον δεν «συγκινούσε-αγανακτούσε» η χρήση του όρου «Μακεδόνας», «Μακεδονικό» από άλλους, αλλά και ότι δεν υφίστανται σχεδόν καθόλου η έννοια της ταύτισης «Ελληνισμού» και «Μακεδονισμού». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ρήση του πρωθυπουργού της Ελλάδος Χαρίλαου Τρικούπη στα τέλη του 19ου αιώνα (1880) «...όταν έρθει ο μέγας πόλεμος η Μακεδονία θα γίνει ελληνική ή βουλγαρική κατά τον νικήσοντα. Αν την λάβωσι οι Βούλγαροι, δεν αμφιβάλλω ότι θα εκσλαβίσωσι τον πληθυσμό μέχρι των θεσσαλικών συνόρων. Αν ημείς την λάβωμεν, θα τους κάνουμε όλους Έλληνες…». Δηλαδή τότε καθόλου δεν ήταν αυτονόητη η «μακεδονικότητα» ως τμήμα της «ελληνικότητας».  
 
Ας θέσουμε το ζήτημα τώρα από μια τελείως διαφορετική σκοπιά.  
 
Πρέπει ή όχι να προσβάλλονται και να αγανακτούν όσοι στη χώρα μας μιλούν για Σκοπιανούς, Σλάβους, Σλαβόφωνους, Σλαβομακεδόνες, Σκόπια, Fyrom, ΠΓΔΜ κλπ. αν γίνεται χρήση αντίστοιχων όρων για τη χώρα μας και τους πολίτες της; Αν λόγου χάρη πολιτικοί, ιστορικοί, ΜΜΕ κλπ. στη γειτονική μας χώρα και αλλού χρησιμοποιούν τον όρο Γραικία αντί για το όρο Ελλάδα αφού αυτή είναι η ακριβής μετάφραση του όρου Greece (η επίσημη ονομασία της χώρας στον ΟΗΕ) και όχι το Ελλάδα που χρησιμοποιούμε στο εσωτερικό; Θα αισθανόμασταν προσβεβλημένοι και θα αγανακτούσαμε αν μας αποκαλούσαν Σλαβο-βλαχο-αρβανιτο-γυφτο-τουρκοέλληνες, Σλαβογραικούς, Γραικοβλάχους, πολίτες της Γραικίας κλπ. αφού αυτό είναι το γλωσσο-πολιτιστικό μωσαϊκό στη χώρα μας, αντί του όρου Έλληνες και Ελλάδα που εμείς επιλέξαμε είτε στη βάση του δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό είτε μέσα από τη διαδικασία χάραξης εθνικής συνείδησης όπως αυτή εφαρμόστηκε και εφαρμόζεται στη χώρα μας; Αν ναι, γιατί λειτουργούμε προσβλητικά για τους «άλλους», μιλώντας για σλάβους, σλαβόφωνους, αλβανοσλάβους, γυφτοσκοπιανούς, σλαβοαλβανούς, συνοθύλευμα Fyrom κλπ.;

ΕΘΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ…
 
Στη χώρα μας δυστυχώς ακόμη και αυτός ο εθνικισμός ή το εθνικό φαινόμενο θυμίζει «απολιθωμένο δάσος». Δεν κατάφερε να εξελιχθεί τουλάχιστον σε έναν συνεπή πολιτικό εθνικισμό όπως έγινε στα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη και εξακολουθεί να διατηρεί τα χαρακτηριστικά του ρομαντικού εθνικισμού του 19ου αιώνα αναζητώντας ακόμη και σήμερα σημεία αναφοράς σε αρχαία μεγαλεία και περιούσιες καταγωγές. Το ελληνικό έθνος είναι για το μέσο νεοέλληνα η κιβωτός που ταξιδεύει συνεχώς στο χώρο και το χρόνο, με αφετηρία τον αρχαίο ελληνικό κόσμο αναλλοίωτη και αυθεντική στο πέρασμα του χρόνου. Αυτό συμβαίνει την ώρα που ο υπόλοιπος κόσμος αναζητεί και οδηγείται σε μετά-εθνοκρατικές συλλογικές ταυτότητες . Αυτό που σήμερα αποτελεί πρακτική τουλάχιστον για τις προοδευτικές δημοκρατικές κοινωνίες και χώρες είναι το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό και η επιλογή εθνικότητας-εθνότητας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο με βάση τη συνείδησή του ατόμου. Σε ότι φορά το Μακεδονικό σήμερα οι δήθεν δημοκράτες στη χώρα μας αντί να μιλούν για «συμβιβαστική λύση» στο όνομα, θέση που αντιβαίνει τη παραπάνω αρχή, ας αποδεχθούν το δικαίωμα στο συλλογικό προσδιορισμό του λαού της γειτονικής χώρας.  
 
Οι έχοντες στοιχειώδης γνώσεις κοινωνικής ανθρωπολογίας και πολιτικής επιστήμης και ιστορίας γνωρίζουν πως κατασκευάστηκαν τα σύγχρονα έθνη-κράτη και πως προέκυψε ο εθνικισμός ως ιδεολογία. Είναι γνωστό πως δημιουργήθηκαν τους τελευταίους 2-3 αιώνες, μετά την κατάρρευση της φεουδαρχίας στον ευρωπαϊκό χώρο. Αναπτύχθηκαν και υπάρχουν ως ιστορικές-οικονομικές-πολιτικές οντότητες επειδή η οργάνωση της παραγωγής και εργασίας, λόγω κυρίως της βιομηχανικής επανάστασης, διαφοροποιήθηκε σε σχέση με το παρελθόν. Όπως σήμερα η επανάσταση στη πληροφορική, την επικοινωνία και τις νέες τεχνολογίες, οδηγεί σε μετά-εθνοκρατικές συλλογικότητες. Οι πολιτικές ελίτ «κατασκεύασαν» «φαντασιακές κοινότητες – έθνη», όπως εύστοχα παρατηρούν οι Benedict Anderson και Erick Hobsbawm στην κοινωνικό-ανθρωπολογική τους προσέγγιση και ανάλυση, του φαινομένου έθνος-κράτος. Προϋπόθεση στο εν λόγω εγχείρημα η κατασκευή «κοινής εθνικής ταυτότητας» ή «εθνική ομογενοποίηση» και βασικά εργαλεία η ιδεολογική χρήση της ιστορίας και του πολιτισμού, με στρατευμένους ιστορικούς, μαζί βέβαια με άλλα λιγότερα «ανθρωπιστικά» μέτρα όπως εθνοκαθάρσεις, σφαγές, κλπ. Ευρύτερος στόχος του «έθνους κράτους» η εδαφική επέκταση και οικονομική κυριαρχία, στο όνομα συνήθως των λεγόμενων εθνικών-κρατικών ενίοτε και θρησκευτικών συμφερόντων. Αυτά βέβαια είναι παρελθόν και ευτυχώς η Ευρώπη βαδίζει σήμερα σε άλλες ατραπούς . Γιατί όπως ακριβώς η βιομηχανική επανάσταση σφυρηλάτησε και ενίσχυσε το εθνικό κράτος ως συλλογική πολιτική οντότητα, η επανάσταση στη πληροφορική και τις επικοινωνίες οδηγούν τους πολίτες, τις κοινωνίες τους λαούς στην αναζήτηση και ανάδειξη νέων συλλογικοτήτων. Είναι ο κόσμος που έρχεται.

Η ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ…  
 
Το «μακεδονικό πρόβλημα» γίνεται σημαντικό ζήτημα για τη χώρα μας με τη διεύρυνση του ελληνικού εθνικού μύθου που συμπεριλαμβάνει το χώρο της Μακεδονίας μετά την «ενσωμάτωση», κατά τον Τρικούπη «κατάκτηση», αυτού του γεωγραφικού χώρου μετά το 1912-13. Μετά τους Αρβανίτες κυρίως στο Νότο, τους Βλάχους και άλλους στη Θεσσαλία, έπρεπε να μπει στη διαδικασία εθνικής ομογενοποίησης και ο χώρος της Μακεδονίας όπου το ελληνόφωνο στοιχείο ήταν η απόλυτη μειοψηφία. Τις προηγούμενες των Βαλκανικών πολέμων δεκαετίες, κανένας δεν μιλούσε για «ελληνικότητα» της Μακεδονίας. Το σημαντικό στοιχείο το οποίο επιμελώς αποκρύπτουν από την ελληνική κοινή γνώμη οι «ιστορικοί», οι πατριδοκάπηλοι και οι επαγγελματίες σύγχρονοι «μακεδονομάχοι» είναι ακριβώς το στοιχείο-πληροφορία της γέννησης του μακεδονικού εθνικισμού στα τέλη του 19ου αιώνα, πριν τη διεύρυνση του ελληνικού εθνικού μύθου στο μακεδονικό χώρο. Τα γελοία επιχειρήματα περί Τίτο και «τεχνητής» μακεδονικής ταυτότητας το 1945 είναι σχετικά πρόσφατα και συμπληρωματικά της εθνικής-εθνικιστικής ιδεολογίας. Λες και οι υπόλοιπες εθνικές ταυτότητες συμπεριλαμβανόμενης της ελληνικής δεν είναι τεχνητές αλλά εκ «Θεού» οριζόμενες και κατοχυρωμένες από αρχής κόσμου. Φυσικά αυτό δεν γίνεται τυχαία αλλά με προφανή στόχο να κατοχυρωθεί στη συνείδηση της κοινής γνώμης η μακεδονικότητα αλλά και το κοπιράιτ στο όνομα στον ελληνικό εθνικισμό. Με απλά λόγια τότε, (στα τέλη του 19ου αιώνα) κάποιοι αποφάσισαν να αυτοπροσδιοριστούν ως Μακεδόνες και να μιλήσουν για Μακεδονικό έθνος – κράτος, αντιλαμβανόμενοι και υιοθετώντας την μακεδονική ταυτότητα, ως ιδιαίτερη εθνική ταυτότητα ξεχωριστή και διαφορετική από τις άλλες εθνικές ταυτότητες των ήδη ιδρυθέντων εθνικών κρατών (Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας). Δηλαδή, πριν οικειοποιηθεί την «μακεδονικότητα» το σύγχρονο νεοελληνικό κράτος κάποιοι άλλοι ήδη την είχαν επιλέξει ως στοιχείο της εθνικής τους ταυτότητας. Δυστυχώς στη χώρα μας δεν υπάρχει ούτε η παιδεία ούτε ενημέρωση στα παραπάνω ζητήματα για αυτό και αδίκως «συγκινούνται» και «αγανακτούν» οι Νεοέλληνες.  
 
Παρόμοια αμνησία σε επίπεδο κοινωνίας και πολιτικής υπάρχει ως κύριο χαρακτηριστικό στη προσέγγιση του ζητήματος και στο Κυπριακό. Για τους περισσότερους Νεοέλληνες το Κυπριακό ξεκινά το 1974. Οι πολιτικές ηγεσίες συστηματικά αποκρύπτουν ή αποσιωπούν τι προηγήθηκε της τουρκικής επέμβασης στο νησί, αλλά αυτό (το Κυπριακό) είναι ένα άλλο, επίσης μεγάλο ζήτημα.

Ο ΦΟΒΟΣ…  
 
Ο Έλληνας εθνικιστής φοβάται σήμερα, ότι μετά την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και την «μακεδονικότητα» ως εθνοτική-εθνική έννοια διαφορετική από την «ελληνικότητα», δημιουργείται το αντίπαλο δέος όσον αφορά τον λεγόμενο εθνικό μύθο. Ένα κράτος με το όνομα Μακεδονία αποτελεί a priori «φάρο μακεδονικότητας», με τις διεθνείς του σχέσεις, τα πολιτικό - επιστημονικά του ιδρύματα σε εσωτερικό και εξωτερικό τις πρεσβείες κλπ. και φυσικά αυτή η εικόνα ενισχύεται με την πάροδο του χρόνου. Αυτή η διαδικασία έχει ξεκινήσει και δεν υπάρχει επιστροφή. Για αυτό και κάποιοι υποστηρίζουν ότι το ζήτημα του ονόματος είναι ήδη χαμένο. Απέναντι στο Σωκράτη και τον Περικλή που αποτέλεσε και αποτελεί επί δεκαετίες το «δόλωμα» για τον «εξελληνισμό» ετερόκλιτων από γλωσσο - πολιτισμική άποψη πληθυσμών ορθώνεται ο Αλέξανδρος και ο Βουκεφάλας για τον «εκμακεδονισμό» αντίστοιχων πληθυσμών. Πραγματική «συμφορά» για τον ελληνικό εθνικισμό που έχει φτιάξει επί δεκαετίες την εικόνα του «Έλληνα» που φοράει τη περικεφαλαία του Περικλή, τη φουστανέλα του Κολοκοτρώνη, στο ένα χέρι κρατάει γιαταγάνι και σφάζει Τούρκους, στο άλλο έχει το σταυρό της ορθοδοξίας. Τα τελευταία χρόνια δε καβαλάει τον Βουκεφάλα, βρίζοντας ταυτόχρονα τους Αμερικανούς και τη Δύση γιατί δεν τον αφήνουν να κατατροπώσει τους «εχθρούς του έθνους», θυμίζοντας σουρεαλιστικό πίνακα του Νταλί. Θα είναι βέβαια λυπηρό αν οι γείτονες φτιάξουν μια παρόμοια εικόνα-καρικατούρα με αυτήν του ελληνικού εθνικισμού αλλά το ερώτημα που θα μπορούσε να τεθεί είναι: Όπως ακριβώς μια χώρα όπως η δική μας είχε το δικαίωμα να κατασκευάσει τον «εθνικό της μύθο» περί αρχαίας καταγωγής και «ένδοξου παρελθόντος», δεν θα ‘πρεπε να σεβαστεί το δικαίωμα μιας άλλης χώρας να κατασκευάσει τον δικό της εθνικό μύθο με παρόμοια υλικά; Ο υπογράφων είναι φυσικά αντίθετος σε οποιαδήποτε «εθνο-προγονική» αντίληψη οποιουδήποτε «εθνικού ζητήματος».

 
Η ΟΥΣΙΑ…
 
  Σε επίπεδο πολιτικής ακούμε επίσης ότι το όνομα είναι «όχημα αλυτρωτισμού» των «Σκοπίων». Η επιχειρηματολογία περί αλυτρωτισμού «μπάζει» πολιτικά για έναν απλούστατο λόγο. Παραβλέπει την παράμετρο μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα. Το είπε άλλωστε και ο Μητσοτάκης στις σχετικές συζητήσεις σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών υπό τη προεδρία του τέως προέδρου της Δημοκρατίας Κ. Καραμανλή στις αρχές της δεκαετίας του ’90. «... μέλημά μας ήταν να μην δημιουργηθεί ζήτημα δεύτερης μειονότητας στη χώρας μας...» Όσοι λοιπόν αναφέρονται σε «αλυτρωτισμό» των «Σκοπίων» αλλά και η ελληνική πολιτική γενικότερα αδυνατεί να προσθέσει το στοιχείο κλειδί στην επιχειρηματολογία περί αλυτρωτισμού, ο οποίος είναι η μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα, γιατί τότε εύλογα τίθεται ζήτημα αναγνώρισης και δικαιωμάτων. Το επιχείρημα που θα μπορούσε στοιχειωδώς να σταθεί σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο από ελληνικής πλευράς θα μπορούσε να είναι το εξής:  
 
Κύριοι, αν ονομαστεί η χώρα στα βόρεια σύνορά μου Μακεδονία, φοβάμαι ότι θα υπάρξουν αλυτρωτικές βλέψεις σε βάρος μου εξ αιτίας της ύπαρξης μακεδονικής μειονότητας που θα μπορούσε να θέση ζήτημα στη Βόρεια Ελλάδα. Δεν το λέει όμως γιατί ξέρει την απάντηση, που δεν μπορεί να είναι άλλη από το …«σεβάσου και δώσε δικαιώματα στη μειονότητα για να μην έχεις προβλήματα αλυτρωτισμού». Γιατί πως να πείσεις τη διεθνή κοινότητα για το «δίκιο σου» με το επιχείρημα ότι το όνομα και η «οικειοποίηση» της ιστορίας από ένα μικρό και αδύνατο κράτος αποτελεί από μόνο του στοιχείο αλυτρωτισμού; Η μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα είναι ο «αδύναμος κρίκος» της ελληνικής επιχειρηματολογίας όχι μόνον στα περί «μακεδονικού αλυτρωτισμού» αλλά και στη συνολική επιχειρηματολογία στο Μακεδονικό.

 
Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ…  
 
Μετά το 1990 ουδέποτε η Ελλάδα συμπεριφέρθηκε ειλικρινά απέναντι στη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Ευσεβής πόθος της πολιτικής ελίτ στη χώρα μας και όχι μόνον, ήταν να διαλυθεί η γειτονική χώρα. Να αποτραπεί η κατοχύρωση της μακεδονικότητας σε μια άλλη κρατική οντότητα. Μιλόσεβιτς και Μητσοτάκης με «προξενήτη» το Σαμαρά φλέρταραν άλλωστε με την ιδέα αλλά λειτουργούσε αποτρεπτικά ο παράγων Τουρκία, οι πιθανές επιπτώσεις σε Θράκη και οι γενικότερες συνέπειες για την Ελλάδα, αποσταθεροποίησης της περιοχής με ένα τέτοιο σενάριο. Οι Βούλγαροι προσπάθησαν κάτι ανάλογο με διαφορετικό τρόπο. Ενώ αναγνώρισαν τη κρατική υπόσταση της χώρας με το όνομα Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν αναγνώρισαν το λαό της γειτονικής χώρας ως ξεχωριστό έθνος διαφορετικό από το βουλγαρικό. Ο βουλγαρικός εθνικός μύθος θεωρεί τη χώρο της ευρύτερης Μακεδονίας βουλγαρική επαρχία και το μακεδονικό έθνος τμήμα του βουλγαρικού. Προσπάθησαν να επέμβουν στα εσωτερικά της γειτονικής χώρας με αχυράνθρωπους πολιτικούς τύπου Γκεοργκίεφσκι προκαλώντας τεχνητή κρίση με την Αλβανική μειονότητα το 2001 όπου με τη συνδρομή εξτρεμιστών Κοσοβάρων επεδίωξαν τον de facto διαμελισμό της γειτονικής χώρας. Αυτός ο πολιτικός στόχος δεν έχει εγκαταλειφθεί ακόμη από τους εθνικιστικούς βουλγαρικούς κύκλους αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα. Οι μεν νεο-έλληνες συνθέτουν τον εθνικό τους μύθο στη βάση της οικειοποίησης της αρχαίας πολιτιστικής κληρονομιάς οι δε νέο-βούλγαροι στη βάση της γλωσσικής ομοιότητας της μακεδονικής και βουλγαρικής.  
 
Σε ότι αφορά τη χώρα μας, είναι πραγματικά απορίας άξιο πως οι διαμορφωτές της ελληνικής πολιτικής στο Μακεδονικό, δεν αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο της εφαρμοζόμενης πολιτικής στο Μακεδονικό. Πολιτικής, που στη «καλύτερη» περίπτωση είχε ως αποτέλεσμα την σε οικονομικό επίπεδο ζημία πολλών εκατομμυρίων ευρώ για το χώρο της βόρειας Ελλάδος (εμπάργκο, δυσκολία επικοινωνίας και διακίνησης ατόμων, εμπορευμάτων, επενδύσεων κλπ. με τον βόρειο γείτονα), σε πολιτικό δε τη «γελοιοποίηση» και απομόνωση της ελληνικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό αλλά και ευρύτερο επίπεδο. Πρόσφατο παράδειγμα η «διπλωματική σφαλιάρα» από τον Καναδά όπου οι διάφορες «παν-μακεδονικές» οργανώσεις παρά την πολεμική και τις τεράστιες προπαγανδιστικές τους προσπάθειες, σε συνεργασία με τις ελληνικές κυβερνήσεις όλα αυτά τα χρόνια, εισέπραξαν τη μεγαλοπρεπέστατη κατοχύρωση της «μακεδονικότητας» στους «τρισκατάρατους» «Σκοπιανούς». Πριν λίγους μήνες δε, ο Πρωθυπουργός στο Συμβούλιο της Ευρώπης δήλωνε όταν τέθηκε το ερώτημα για την ονομασία του γειτονικού κράτους, «…νιώθω Μακεδόνας όπως και 2.5 εκατομμύρια Μακεδόνες στην Ελλάδα», θέλοντας να υπογραμμίσει την αποκλειστικότητα της χρήσης του όρου όσων από τους κατοίκους στη Βόρεια Ελλάδα θέλουν να αυτοπροσδιορίζονται και Έλληνες και Μακεδόνες. Δηλαδή, οι «Κουτόφραγκοι» δεν γνωρίζουν ότι παραπάνω από του μισούς κάτοικους της ελληνικής Μακεδονίας ήρθαν μετά το 1922-1928 σε αυτόν τον χώρο και μπορούν να ονομάζονται Μακεδόνες σήμερα, ενώ άλλοι όχι. Είναι δε «αμόρφωτοι» σε ζητήματα ατομικού και συλλογικού αυτοπροσδιορισμού...  
 
Επειδή λοιπόν η ελληνική εθνική ιδεολογία παρέμεινε στάσιμη, στα εθνικά θέματα η μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινής γνώμης παραμένει εγκεφαλικά φιμωμένη, η δε πολιτική ελίτ σε ότι αφορά το σύγχρονο μακεδονικό ζήτημα δέσμια της μαξιμαλιστικής προσέγγισης των αρχών της δεκαετίας του 1990.
 
Η ΛΥΣΗ…
 
  Η πλειοψηφία των πολιτών της χώρας μας σήμερα αισθάνονται Έλληνες και αυτοπροσδιορίζονται έτσι, ανεξάρτητα από το γλώσσο-πολιτιστικό παρελθόν και τη διαδικασία εγχάραξης εθνικής συνείδησης και ταυτότητας. Θαυμάσια! Αν όμως αυτό δεχθούμε ως αξίωμα-επιχείρημα για «εμάς» δε θα ’πρεπε να το δεχθούμε και για τους «άλλους»; Επί της ουσίας, από πουθενά δεν προκύπτει ότι η χρήση του όρου Δημοκρατία της Μακεδονίας αφαιρεί από τη χώρα μας το δικαίωμα να αποκαλεί, όπως αποκαλεί άλλωστε, το χώρο της Βόρειας Ελλάδος, Περιφέρεια Μακεδονίας κατά το Περιφέρεια Θεσσαλίας, Περιφέρεια Πελοποννήσου κλπ. Όπως επίσης και ο όρος Μακεδόνας-Μακεντόνετς που χρησιμοποιείται από τους πολίτες της γειτονικής χώρας που αισθάνονται έτσι, δεν αφαιρεί από τον κάτοικο της Βόρειας Ελλάδος το δικαίωμα να αποκαλεί εαυτόν Έλληνα Μακεδόνα, ανεξάρτητα από πότε άρχισε να τον χρησιμοποιεί, πράγμα που άλλωστε όψιμα πράττει.  
 
Για να λυθεί ο «γόρδιος δεσμός» στο μακεδονικό μόνο μία λύση υπάρχει. Ο ελληνικός και ο βουλγάρικος εθνικισμός να συμβιβαστούν με την ιδέα ύπαρξης σύγχρονου μακεδονικού έθνους. Το ίδιο οφείλει να κάνει και ο σέρβικος εκκλησιαστικός- σοβινισμός. Η σερβική εκκλησία αρνείται να αναγνωρίσει τη μακεδονική ορθόδοξη εκκλησία και τη θεωρεί τμήμα της. Να σεβαστούν όλοι τους το δικαίωμα συλλογικού αυτοπροσδιορισμού του λαού της γειτονικής χώρας, ώστε να οικοδομηθούν σχέσεις συνεργασίας, ειρήνης, καλής γειτονίας, αλληλεγγύης. Αυτό προϋποθέτει βέβαια την αναθεώρηση των εθνικών τους μύθων. Χρειάζεται χρόνος και πολιτικό θάρρος. Ε, καιρός δεν είναι να γίνει; Παράλληλα πρέπει να αναγνωρίσουν και να σεβαστούν οι δύο χώρες τα δικαιώματα των μακεδονικών μειονοτήτων στο έδαφός τους σύμφωνα με τα διεθνή ισχύοντα. Φυσικά θα πρέπει να καταδικάζεται οποιαδήποτε αλυτρωτική προπαγάνδα από όπου και αν προέρχεται και ασφαλώς οι μειονότητες θα πρέπει να λειτουργούν ανεξάρτητα από τις λεγόμενες «μητέρες πατρίδες», οικοδομώντας σχέσεις φιλίας και συνεργασίας με τους πλειοψηφικούς πληθυσμούς των χωρών στις οποίες κατοικούν.  
 
Υπό αυτές τις συνθήκες ένα πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η συγνώμη προς τον ελληνικό λαό από τους «ιστορικούς» και «πολιτικούς» «Σαμαρο-Παπαθεμελήδες» για το αδιέξοδο στο οποίο οδήγησαν την ελληνική πολιτική στο παραπάνω ζήτημα. Η πολιτική ηγεσία στη χώρα μας σύρθηκε δυστυχώς πίσω τους και εξακολουθεί να είναι όμηρος μιας αδιέξοδης πολιτικής στην οποία «κωφεύει» η πραγματιστική Ευρώπη αλλά και το σύνολο σχεδόν της διεθνούς κοινότητας. Ποτέ δεν είναι αργά. Έστω και τώρα θα μπορούσαν οι Έλληνες πολιτικοί αντί να επαναλαμβάνουν τις «αρλούμπες» περί βέτο να εξηγήσουν στον ελληνικό λαό το αδιέξοδο της εφαρμοζόμενης πολιτικής και ιδεολογίας.  
 
Είναι καιρός πλέον να ξεκινήσει η διαδικασία ιδεολογικής μεταρρύθμισης στη χώρα μας όσο αφορά τα λεγόμενα εθνικά ζητήματα προς όφελος της ελληνικής κοινωνίας και των πολιτών, ώστε η χώρα μας επιτέλους να βαδίσει στον 21ο αιώνα απαλλαγμένη από τα στερεότυπα τις προκαταλήψεις και τα κόμπλεξ που τη χαρακτηρίζουν.
 
Παύλος Φιλίποβ Βοσκόπουλος
Μέλος της Πολιτικής Γραμματείας της Ε.Ε.Σ. – Ουράνιο Τόξο
Μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Ε.Ε.Σ.- Ευρωπαϊκό Πολιτικό Κόμμα

top of page

 

 

Watch Our Streaming Video Archive

Archive
  2007
2006
2005
2004
2003
2002
2001
2000
1999
1998
1997

Council of Europe
Framework Convention
for the Protection of National Minorities

Συμβούλιο της Ευρώπης
Σύμβαση Πλαίσιο για τηv
Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων

RAINBOW Party Newsletter

Macedonian News Site

Macedonian Culture & Heritage

Macedonian Human Rights Movement International